Get Adobe Flash player

Ο Πρώτος Εορτασμός του Αγίου Μιχαήλ του Χωνιάτη στη νήσο Κέα

Σήμερα την 4ην Ιουλίου στον Ιερό Ενοριακό Ναό του Αγίου Δημητρίου στο Πανωχώρι της Ιουλίδας και για πρώτη φορά στην Κέα με πρωτοβουλία και διοργάνωση του Ιεροψάλτη-Καθηγητή Παναγιώτη Παντ.Νίνου, εορτάστηκε πανηγυρικά η μνήμη του Αγίου Μιχαήλ του Χωνιάτη. Το εσπέρας της 3ης Ιουλίου τελέσθηκε Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετά Παρακλήσεως και ανήμερα Πανηγυρική Θεία Λειτουργία και Λιτάνευση της Ιεράς Εικόνος του Αγίου.

Ο Άγιος Μιχαήλ ο Χωνιάτης ήταν ο πρώτος Άγιος που έφτασε στο νησί μας το 1207, δεύτερη ήταν η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία το 1551-2 και τρίτος ο Άγιος Τιμόθεος επίσκοπος Ευρίπου το 1580. Ακολούθησαν αργότερα το 1790 ο Ιερομάρτυρας Γρηγόριος Μιγαδάς Αρχιεπίσκοπος Τζιας-Θερμίων και ο εθνομάρτυρας Παπαβρανάς Χάνος. Τον πανηγυρικό λόγο της ημέρας για το Βίο και την Ιστορική διαδρομή του Αγίου Μιχαήλ του Χωνιάτη στην Κέα εισηγήθηκε σε προσφώνησή του κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας ο ως άνω Ιεροψάλτης λέγοντας:

“Ο Άγιος Μιχαήλ γεννήθηκε το 1138 μ.Χ. από πλούσιους γονείς στις Χώνες της Φρυγίας, (αρχαίες Κολοσσές) όπου ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ το μέγα επιτέλεσε θαύμα της αλλαγής της ροής του ποταμού προς διάσωση του εκείνου ναού και εκ του τόπου της καταγωγής του ο Άγιος, επονομάσθηκε Χωνιάτης.

Σ'αυτή την πόλη του Ταξιάρχη ο φερώνυμος του Μιχαήλ είδε το φως του ήλιου και μαθήτευσε κοντά στο Μητροπολίτη της Νικήτα, ο οποίος για την πίστη και την καθαρή βιωτή του αξιώθηκε προφητικού χαρίσματος. Εκείνος στη συνέχεια τον έστειλε στην Πατριαρχική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως για να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην “γραμματικήν προπαιδείαν και την του επικού κύκλου χρηστομάθειαν” πλησίον στο Διάκονο και μετέπειτα Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άγιο Ευστάθιο. Σε νεαρή ηλικία η θεία χάρις έφερε τα βήματά του στο Πατριαρχείο, στο οποίο διακόνησε ως γραμματέας στα πατριαρχικά γραφεία, λόγω της μεγάλης μορφώσεώς του και του ακεραίου χαρακτήρα του, από όπου εξελέγη και χειροτονήθηκε το 1182 Μητροπολίτης της άσημου τότε Μητροπόλεως Αθηνών.

Επί των ημερών της αρχιερατείας του συντελέσθηκαν μεγάλα έργα. Η Αθήνα εκείνα τα χρόνια ήταν μια “κατείδωλον πόλιν”, γηρασμένη, με ανθρώπους φτωχούς, κατατρεγμένους, εμπερίστατους, που με δυσκολία αντιμετώπιζαν βιοτικές μέριμνες και ζούσαν με τον έντονο φόβο των πειρατικών επιδρομών. Δεν πτοήθηκε όμως ο Άγιος, ούτε απογοητεύτηκε, ανασκουμπώθηκε και εργάστηκε για πολλά χρόνια για την ανακούφιση του λαού από την φτώχεια και τις πνευματικές επιδρομές, αλλά και την ανύψωση του πνευματικού επιπέδου κλήρου και λαού. Εγκαταστάθηκε στο επί της Ακροπόλεως Μητροπολιτικό οίκημα, όπου ο Παρθενώνας στέγαζε την εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Ο λόγος του πάντοτε νοστίμευε τη ζωή των πολιτών του άστεως και των χωρικών της Αττικής, τους οποίους τακτικά επισκεπτόταν, για να τους τονώσει την πίστη και το ορθόδοξο φρόνημα. Στενό σύνδεσμο είχε και με τους ασκητές της επαρχίας του, όπως αυτούς του σπηλαίου και όλου του εν Λαυρεωτική Πανείου όρους, που βρίσκεται πάνω από την Κερατέα και το οποίο αποκαλούσε Χωρήβ, δηλαδή θεοβάδιστο ως το Σιναίο, για το πλήθος των ασκούμενων σ΄αυτό.

Η κατάληψη της πόλεως των Αθηνών το 1204 από τους Φράγκους(Βουργουνδίους) επιδρομείς της Δ΄ Σταυροφορίας και η εγκατάσταση στην πόλη του Φράγκου Όθωνος Ντελαρός προκάλεσαν δυσκολίες στο πνευματικό και ποιμαντικό έργο του Αγίου, καθώς του απαγόρευαν και τον εμπόδιζαν να ασκεί το λειτούργημά του. Ο μεγάλος Ιεράρχης μη ανεχόμενος τις κατά της Ορθοδοξίας ταπεινώσεις των Φράγκων κατακτητών οικειοθελώς αποχώρησε, όχι όπως ο μισθωτός ποιμένας, ο οποίος στους κινδύνους εγκαταλείπει τα πρόβατα, αλλά για να μπορεί από μακριά ελεύθερος και ανενόχλητος να νουθετεί και να κατευθύνει το ποίμνιο του προς τους λειμώνες της σωτηρίας. Αυτοεξορίστηκε αρχικώς στην Θεσσαλονίκη, κατόπιν στην Εύβοια, όπου είχε φίλους και κτήματα και τέλος στη νήσο Κέα. Από την εξορία εργάστηκε σκληρά για το χειμαζόμενο ποίμνιό του, με το οποίο εξακολουθούσε να επικοινωνεί με επιστολές.

Αφού έφτασε στην Κέα και συγκεκριμένα στις Ποίσσες το φυσικό λιμάνι του Ελληνικού όρους, προχώρησε στο βάθος της ρεματιάς και ανηφόρησε στο όρος καθώς επιδίωξε να αντικρίζει την κατεχόμενη μητρόπολή του στην Αττική, γι'αυτό έψαξε και βρήκε τον κατάλληλο τόπο στη δυτική πλευρά του «Ελληνικού» όρους, στα Ελληνικά, στη μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, κτίσμα του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) όπου και εγκαταστάθηκε. Παρέμεινε στο νησί για δέκα χρόνια, από το 1207 έως το 1217. Λίγο πιο πάνω από την ερειπωμένη πια μονή, μετά από 363 χρόνια ο Άγιος Τιμόθεος επίσκοπος Ευρίπου αφού φτάσει στο νησί και ακολουθήσει την ίδια διαδρομή θα δημιουργήσει τη μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Εκεί κοντά υπήρχε μια αστείρευτη πηγή, όπου ο Άγιος Μιχαήλ συνέστησε μονύδριο στο οποίο επιμελήθηκε και την αγιογράφηση του. Από όλο το μονύδριο σήμερα σώζεται μόνο η κόγχη της αψίδας,(ο θόλος του Ιερού Βήματος)και μια τοιχογραφία με έξη αγιογραφημένους «κατ'ενώπιον συλλειτουργούντες» Ιεράρχες, κάτω από υπολείμματα θρόνου της Πλατυτέρας. Μεταξύ των Ιεραρχών που «συλλειτουργούν»:των Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, παρεμβάλλονται ακόμη δύο, ο επίσκοπος Αθηνών Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης εκ της Παλαιάς Ελλάδος, για τη σχέση του Αγίου Μιχαήλ με την Αθήνα και ο Σμύρνης Πολύκαρπος, κυρίαρχη μορφή της Μικρασιατικής Εκκλησίας, από την πόλη των Κολοσσών (Χώναις), από τον τόπο καταγωγής του. Ακόμα έδινε λεπτομερείς πληροφορίες στους ζωγράφους για το πως πρέπει να αγιογραφηθούν οι Ιεράρχες, καθώς ήταν ο μόνος που μπορούσε να ξέρει εκείνη την εποχή σε ένα τόσο απομακρυσμένο μέρος για τα άμφια των Ιεραρχών όπως για τα φελόνια, τα πολυσταύρια των πατριαρχών(Χρυσοστόμου και Γρηγορίου), τα παλιά εγχείρια(επιγονάτια), τα διπλά χρυσοϋφαντα πετραχήλια, τα πολυτελή περικαλύμματα των Ευαγγελίων, τις διαφορετικές κινήσεις ευλογίας της δεξιάς χειρός τους, τα σκεύη και τα κοσμήματα στις «ποδιές» της αψίδας. Με το υπόλοιπο οικοδομικό υλικό του μονυδρίου οι διάδοχοι της περιουσίας της περιοχής, στήριξαν τις όχτες και τις σκάλες του σημερινού περιβολιού και του αμπελώνος. Επίσης στο κεντρικό κάτω μέρος της αψίδας σώζεται ένα κτιστό με εγχώριο υλικό επισκοπικό «Σύνθρονο», το οποίο είναι μεταγενέστερο τέσσερις περίπου αιώνες από την αγιογραφία, δηλαδή είναι της εποχής της εκεί παραμονής του Αγίου Τιμοθέου, μπροστά από το οποίο ήταν μέχρι το 1993 πρόχειρα εντοιχισμένο με ένα κιονίσκο που στήριζε την παλαιά «Αγία Τράπεζα», στην οποία λειτουργούσαν επάνω οι Άγιοι Μιχαήλ και Τιμόθεος. Αυτό ήταν αψευδής μαρτυρία πως εκεί λειτουργούσε αρχιερεύς άριστος γνώστης της λειτουργικής θεολογίας για τις σχέσεις του «Θυσιαστηρίου» με το «Σύνθρονο» κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Γι'αυτό έμεινε στα χρόνια γνωστό το μέρος με την ονομασία ως «Κάθισμα του Χωνιάτη». Έπειτα το 1996 με την επίβλεψη του π.Ελευθερίου και τη βοήθεια των ντόπιων μεταφέρθηκε ο κιονίσκος στην είσοδο της σπηλιάς που ασκήτεψε ο Άγιος Τιμόθεος, στηρίζοντας μια νέα «Αγία Τράπεζα». Από την Κέα εξακολουθούσε ο Άγιος Μιχαήλ να ασχολείται και με την Εκκλησία των Αθηνών. Το 1208 τον κάλεσε ο αυτοκράτορας στην Νίκαια για να τον διορίσει Μητροπολίτη Νάξου, αλλά ο Μιχαήλ Χωνιάτης αρνήθηκε με την δικαιολογία ότι ήταν ηλικιωμένος. Στην Κέα είχαν συναχθεί γύρω από τον Μιχαήλ πολλοί κληρικοί, μεταξύ των οποίων και ο παλαιός του μαθητής Γεώργιος Βαρδάνης που αργότερα έγινε Χαρτοφύλαξ, αλλά και πολλοί νέοι ως μαθητές του. Αναπτύχθηκε έτσι ένα κανονικό σχολείο και με την βοήθεια των μαθητών του κατόρθωσε να επανακτήσει ένα μέρος της βιβλιοθήκης του από την Αθήνα.

Όταν ο Μιχαήλ Χωνιάτης πείσθηκε ότι δεν μπορούσε να είναι χρήσιμος πλέον στο ποίμνιό του άλλαξε τόπο διαμονής. Έφυγε από την Κέα το 1217 και αποσύρθηκε στην ήσυχη ιερά μονή του Τιμίου Προδρόμου της Μουντινίτζης Θερμοπυλών, ιδρυθήσα υπό Αλεξίου Ά Κομνηνού, μέχρι το 1222, όπου κοιμήθηκε εν ειρήνη σε ηλικία 84 ετών, αφήνοντας πλούσιο συγγραφικό έργο, καθώς στη μονή του Τιμίου Προδρόμου επεδόθη στην περισυλλογή και στην συγγραφή. Το συγγραφικό του έργο είναι ποικίλο. Έγραψε κατηχήσεις, πανηγυρικούς λόγους, 180 επιστολές από τις οποίες αντλούμε πολλά στοιχεία από τη ζωή του, τους αγώνες του για την Εκκλησία και την ιστορία της περιοχής. Επίσης άφησε φήμη οσίου, λογίου, πράου και ταπεινού ιεράρχου, καθώς ήταν “ο τελευταίος μέγας οπλίτης και η τελευταία δόξα της πόλεως των σοφών”. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του την 4η Ιουλίου και ιδιαίτερα: στην Κερατέα και τα Καλύβια της Αττικής που υπάγονται στην Ιερά Μητρόπολη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, στις Θερμοπύλες και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδος . Το 2005 ο Διδάκτωρ Χαράλαμπος Μ. Μπούσιας, ο Μεγάλος Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας έκδοσε επισήμος την πλήρη Ιερά Ακολουθία του εν Αγίοις Πατρός ημών Άγίου Μιχαήλ Χωνιάτου Μητροπολίτου Αθηνών(Εσπερινός, Όρθρος, Θεία Λειτουργία) σε βιβλίο μαζί με το βίο του Αγίου.

Φέτος τη 4η Ιουλίου του 2013 με ιδιαίτερη λαμπρότητα και για πρώτη φορά, τιμάται η μνήμη του και στο νησί μας, την Κέα από όπου πέρασε ο Άγιος πριν από 796 χρόνια με Μέγα Πανηγυρικό Εσπερινό μετά Παρακλήσεως την παραμονή και Πανηγυρική Θεία Λειτουργία ανήμερα. Επίσης την Πέμπτη 14 Μαρτίου ο Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος θεμελίωσε τον πρώτο Ιερό Ναό στην Ελλάδα εις τιμήν του Αγίου Μιχαήλ του Χωνιάτη στην περιοχή της Λοκρίδας στον Άγιο Κωνσταντίνο (Θερμοπυλών). Τον Ιερό Ναό θα ανεγείρει με δικές του δαπάνες ο Δήμος Μώλου-Αγίου Κωνσταντίνου και θα είναι ο Ναός του νέου Κοιμητηρίου της πόλεως του Αγίου Κωνσταντίνου.

Η Θείας χάρις του Αγίου να πρεσβεύει υπέρ υγείας όλου του κόσμου. Αμήν”

Ιεροψάλτης-Καθηγητής Παναγιώτης Παντ. Νίνος

εν Κέα 4/7/2013

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

WebDesign: activeart.gr